«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)
Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου; Τί βάθος, τί ὕψος νοημάτων! Ἑπτὰ λόγους ἐξεφώνησε ἐπάνω σ᾽ αὐτὴν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
Ἕνας βαθύπλουτος ζοῦσε μὲ κάθε πολυτέλεια. Κατοικοῦσε σὲ μέγαρο μὲ πλῆθος ὑπηρέτες. Ξόδευε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅσα θὰ ἔφταναν νὰ ζήσῃ μιὰ κωμόπολις. Ἀλλ᾿ αὐτός ―ὅπως καὶ οἱ σημερινοὶ ὅμοιοί του– δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ φτωχούς, «καρφὶ δὲν τοῦ καιγόταν».
Πόσα χρόνια κράτησε ἡ ζωή του; Δὲ μᾶς λέει ἡ παραβολή. Ἀλλ᾿ ὅσο κι ἂν κράτησε, ἦρθε τέλος ὁ κακὸς ἐπισκέπτης, ὁ θάνατος. Σὲ μιὰ στιγμὴ βρέθηκε γυμνός, τρέμοντας σὰν φύλλο, στὸν ἄλλο κόσμο, ποὺ δὲν τὸν εἶχε καθόλου σκεφτῆ. «Πόσο πλανήθηκα!», θὰ εἶπε. Καὶ τί δὲν θά ᾽δινε νὰ γυρίσῃ πάλι στὴ γῆ καὶ νὰ ζήσῃ διαφορετικά! Πλάστηκε γιὰ νὰ ζήσῃ σὰν ἄνθρωπος, κι αὐτὸς ἔζησε σὰν ζῷο, σὰν ἕνας χοῖρος.
Πηγή
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου