ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ Α’
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ποιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ ἑορτή; Εἶναι σεπτὴ καὶ μεγάλη, ἀγαπητέ, καὶ ὑπερβαίνει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ εἶναι ἀντάξια τῆς γενναιοδωρίας τοῦ Θεοῦ πού τὴν καθιέρωσε. Γιατί σήμερα ἔγινε συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲτὸ ἀνθρώπινο γένος. Σήμερα διαλύθηκε ἡπαλιὰ ἔχθρα καὶ τελείωσε ὁ μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα ἐπανῆλθε κάποια θαυμάσια εἰρήνη πού ποτὲ δὲν τὴν περίμεναν προηγουμένως οἱ ἄνθρωποι. Γιατί ποιὸς θὰ ἔλπιζε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ συμφιλιωθεῖ μὲτὸν ἄνθρωπο; Ὄχι ἐπειδὴ ὁΚύριος μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁὑπηρέτης ἦταν ἀδιάφορος· οὔτε ἐπειδὴ ὁΚύριος ἦταν σκληρός, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁδοῦλος ἦταν ἀχάριστος.
Θέλεις νὰ μάθεις πῶς ἐξοργίσαμε αὐτὸν τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἀγαθὸ Κύριό μας;
Γιατί, πραγματικὰ, πρέπει νὰ μάθεις τὴν αἰτία τῆς προηγούμενης ἔχθρας μας, ὥστε, ὅταν δεῖς ὅτι μᾶς τίμησε, ἐνῶἤμασταν ἐχθροί του καὶ πολέμιοι, νὰ θαυμάσεις τὴ φιλανθρωπία αὐτοῦπού μᾶς τίμησε, καὶ νὰ μὴνομίσεις ὅτι ἀπὸδικά μας κατορθώματα ἔγινε ἡ ἀλλαγή, καί, ἀφοῦ μάθεις τὸ μέγεθος τῆς χάρης του, νὰ μὴσταματήσεις νὰ τὸν εὐχαριστεῖς διαρκῶς γιὰ τὶς πολλές του δωρεές. Θέλεις λοιπὸν νὰ μάθεις, πῶς ἐξοργίσαμε τὸν Κύριό μας, τὸν φιλάνθρωπο, τὸν πράο, τὸν ἀγαθό, αὐτὸν πού ρυθμίζει τὰ πάντα γιὰ τὴδική μας σωτηρία; Σκέφθηκε κάποτε νὰἐξαφανίσει ὁλοκληρωτικὰ τὸἀνθρώπινο γένος καὶ τόσο ὀργίστηκε ἐναντίον μας, ὥστε νὰ μᾶς καταστρέψει μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰπαιδιὰ καὶ τὰἄγρια θηρία καὶ τὰκατοικίδια ζῶα καὶ ὁλόκληρη τὴ γῆ.
Γιατί, πραγματικὰ, πρέπει νὰ μάθεις τὴν αἰτία τῆς προηγούμενης ἔχθρας μας, ὥστε, ὅταν δεῖς ὅτι μᾶς τίμησε, ἐνῶἤμασταν ἐχθροί του καὶ πολέμιοι, νὰ θαυμάσεις τὴ φιλανθρωπία αὐτοῦπού μᾶς τίμησε, καὶ νὰ μὴνομίσεις ὅτι ἀπὸδικά μας κατορθώματα ἔγινε ἡ ἀλλαγή, καί, ἀφοῦ μάθεις τὸ μέγεθος τῆς χάρης του, νὰ μὴσταματήσεις νὰ τὸν εὐχαριστεῖς διαρκῶς γιὰ τὶς πολλές του δωρεές. Θέλεις λοιπὸν νὰ μάθεις, πῶς ἐξοργίσαμε τὸν Κύριό μας, τὸν φιλάνθρωπο, τὸν πράο, τὸν ἀγαθό, αὐτὸν πού ρυθμίζει τὰ πάντα γιὰ τὴδική μας σωτηρία; Σκέφθηκε κάποτε νὰἐξαφανίσει ὁλοκληρωτικὰ τὸἀνθρώπινο γένος καὶ τόσο ὀργίστηκε ἐναντίον μας, ὥστε νὰ μᾶς καταστρέψει μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰπαιδιὰ καὶ τὰἄγρια θηρία καὶ τὰκατοικίδια ζῶα καὶ ὁλόκληρη τὴ γῆ.
Καὶ ἐὰν θέλεις, θὰσοῦ δώσω νὰ ἀκούσεις καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση· «Γιατί θὰ ἐξαλείψω», λέγει ὁ Θεός, «τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπὸ τὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ζῶα, γιατί μετανόησα πού δημιούργησα τὸν ἄνθρωπο». Καὶ γιὰ νὰμάθεις ὅτι δὲ μισοῦσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀποστρεφόταν τὴν κακία, αὐτὸς ποὺ εἶπε, ὅτι «θὰ ἐξαλείψω τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς», λέγει στὸν ἄνθρωπο, «Εἶναι καιρὸς κάθε ἄνθρωπος νὰ ἐπιστρέψει σέ μένα». Ἐὰν ὅμως μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ συζητοῦσε μαζί του. Τώρα ὅμως τὸν βλέπεις νὰ μὴθέλει νὰ κάμει αὐτό, τὸ ὁποῖο ἀπείλησε νὰ κάμει, ἀλλά καὶ νὰδικαιολογεῖται ὁ Κύριος στὸ δοῦλο καὶ νὰσυζητᾶ σὰν μὲ ἰσότιμο φίλο καὶ νὰ λέγει τὶς αἰτίες τῆς καταστροφῆς πού πρόκειται νὰ γίνει, ὄχι γιὰ νὰμάθει τὶς αἰτίες ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά, ἀφοῦτὶς πεῖ στοὺς ἄλλους, νὰ τοὺς κάμει πιὸ συνετούς. Ἀλλ’, ὅπως ἔλεγα προηγουμένως, τόσο ἄσχημα ἔπραττε στὴν ἀρχή τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὥστε κινδύνευσε νὰ χαθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ γῆ.
Ἀλλ’ ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι φανήκαμε ἀνάξιοι γιὰ τὴγῆ, σήμερα ἀνεβήκαμε στοὺς οὐρανούς· ἐμεῖς πού δὲν ἤμασταν ἄξιοι νὰ ἐξουσιάσουμε τὴ γῆ, ἀνεβήκαμε στὴν οὐράνια βασιλεία, ξεπεράσαμε τοὺς οὐρανούς, ἀγγίξαμε τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸγένος, πού γι’ αὐτὸ φύλαγαν τὸν παράδεισο τὰ Χερουβίμ, σήμερα κάθεται ψηλότερα ἀπὸτὰ Χερουβίμ. Ἀλλά πῶς ἔγινε αὐτὸτὸ θαυμαστὸ καὶ μεγάλο; πῶς ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι φανήκαμε ἀνάξιοι ἐπάνω στὴ γῆκαὶ χάσαμε τὴν ἐξουσία σ’ αὐτήν, ὁδηγηθήκαμε σὲ τόσο μεγάλο ὕψος; πῶς καταργήθηκε ὁ πόλεμος; πῶς ἐξαφανίσθηκε ἡ ὀργή; Πῶς; Αὐτὸἀκριβῶς εἶναι τὸ θαυμαστό, ὅτι δηλαδὴ ὄχι ἐπειδὴ παρακαλέσαμε ἐμεῖς πού ἄδικα ὀργιζόμαστε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς παρακάλεσε αὐτός πού δίκαια ἀγανακτοῦσε, ἔτσι ἔγινε εἰρήνη. «Στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ λοιπὸν παρακαλοῦμε, ἐπειδὴ στό πρόσωπό μας εἶναι ὁ Θεὸς πού παρακαλεῖ». Τί σημαίνει αὐτό; Αὐτὸς περιφρονήθηκε καὶ αὐτὸς παρακαλεῖ; Ναί, γιατί εἶναι Θεὸς καὶ γι’ αὐτὸ, ὡς φιλάνθρωπος πατέρας, παρακαλεῖ.
Καὶ πρόσεχε τί γίνεται. Μεσίτης εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦΘεοῦ πού μᾶς παρακαλεῖ, δὲν εἶναι ἄνθρωπος, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος, οὔτε κανένας ἀπό τούς ὑπηρέτες του. Καὶ τί κάνει ὁ μεσίτης; Τὴ δουλειὰ τοῦ μεσίτη. Ὅπως δηλαδὴ, ὅταν δύο ἄνθρωποι μισοῦνται μεταξύ τους καὶ δὲν θέλουν νὰ συμφιλιωθοῦν, κάποιος ἄλλος, ἀφοῦἔλθει καὶ μπεῖ ἀνάμεσά τους, διαλύει τὴν ἔχθρα τους, ἔτσι ἔκαμε καὶ ὁΧριστός. Ὁ Θεὸς ἦταν ὀργισμένος ἐναντίον μας, ἐμεῖς μισούσαμε τὸν Θεό, τὸν φιλάνθρωπο Κύριο· ὁ Χριστὸς, ἀφοῦμπῆκε στὴ μέση, συμφιλίωσε τὰ δύο μέρη. Καὶ πῶς μπῆκε στὴ μέση; Δέχθηκε ἐκεῖνος τὴν τιμωρία πού ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλει σ’ ἐμᾶς ὁΠατέρας· καὶ ὑπέμεινε τὴν τιμωρία αὐτὴκαὶ τὶς προσβολὲς τῶν ἀνθρώπων. Θέλεις νὰ μάθεις πῶς τὰ δέχθηκε αὐτὰτὰ δύο; «Ὁ Χριστός»,λέγει ὁ Παῦλος, «μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου, μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος γιὰ χάρη μας κατάρα».
Εἶδες πῶς δέχθηκε τὴν τιμωρία πού ἐπιβλήθηκε ἀπό τούς οὐρανούς; Πρόσεχε πῶς ὑπέμεινε καὶ τὶς προσβολὲς πού τοῦ ἔκαμαν οἱ ἄνθρωποι· «Οἱ προσβολὲς ἐκείνων πού σὲ πρόσβαλλαν», λέγει, «ἔπεσαν ἐπάνω μου». Εἶδες πῶς ἐξαφάνισε τὴν ἔχθρα; Καί πῶς δέν σταμάτησε νὰ κάνει τὰ πάντα καὶ νὰπαθαίνει καὶ νὰ φροντίζει, ὥσπου ἀνέβασε κοντὰ στὸν Θεὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ ἀντίπαλό του καὶ τὸν ἔκαμε φίλο του; καὶ αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν ἡβάση εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμέρα, γιατί, ἀφοῦ πῆρε κάτι ἐκλεκτὸ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔτσι ἀκριβῶς τὸ πρόσφερε στὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ πού γίνεται στὰ χωράφια πού εἶναι σπαρμένα μὲ σιτάρι, ‒ὅταν κάποιος πάρει λίγα στάχυα καὶκάμει ἕνα μικρὸ δεμάτι καὶ τὸπροσφέρει στὸν Θεό, Ἐκεῖνος εὐλογεῖ μὲτὸ μικρὸ δεμάτι ὅλο τὸ χωράφι‒ αὐτὸἔκαμε καὶ ὁΧριστός. Μ’ ἐκεῖνο τὸ ἕνα σῶμα καὶ τὴν ἐκλεκτὴ προσφορὰ ἔκαμε νὰ εὐλογηθεῖ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Ἀλλά γιατί δὲν ἀνέβασε στοὺς οὐρανοὺς ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Γιατί δὲν εἶναι αὐτὸπροσφορά, ἐὰν δηλαδὴ προσφέρει κάποιος τὸ σύνολο, ἀλλά ἂν κάποιος, ἀφοῦπροσφέρει ἕνα μικρὸ μέρος, κάμει μὲ αὐτὸ νὰεὐλογηθεῖ τὸσύνολο. Ἀλλ’ ὅμως, θὰ πεῖ κάποιος, ἐὰν ἦταν προσφορά, ἔπρεπε νὰ προσφέρει τὸν πρωτόπλαστο, γιατί ἀπαρχὴ σημαίνει νὰ προσφέρεται ἐκεῖνο πού γεννήθηκε πρῶτο, ἐκεῖνο πού βλάστησε πρῶτο. Δὲν εἶναι αὐτὸἀπαρχή, ἀγαπητέ, ἐὰν προσφέρουμε τὸν πρῶτο καρπὸ ἔστω καὶ ἂν εἶναι χαλασμένος καὶ ἄρρωστος, ἀλλά ἐὰν προσφέρουμε τὸν ἐκλεκτὸ καρπό. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐκεῖνος ὁ καρπός ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἁμαρτία, γι’ αὐτὸδὲν προσφέρθηκε, ἂν καὶ δημιουργήθηκε πρῶτος. Ἀλλά αὐτὸς ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸτὴν ἁμαρτία, γι’ αὐτὸ καὶ προσφέρθηκε, ἂν καὶ γεννήθηκε ἀργότερα. Γιατί αὐτό θα πεῖ ἀπαρχή.
3. Καὶ γιὰ νὰμάθεις, ὅτι δὲν εἶναι ὁ πρῶτος καρπὸς πού ὡριμάζει ἡ ἐκλεκτὴ προσφορά, ἀλλά ὁ ἐξαιρετικὸς καὶ ἐκεῖνος πού εἶναι καλῆς ποιότητας καὶ πού ὡρίμασε ὅσο ἔπρεπε, θὰ σοῦ δώσω τὴν ἀπόδειξη ἀπὸτὴν ἁγία Γραφή. «Ἐὰν μπεῖς», λέγει πρὸς τὸν λαὸ ὁΜωυσῆς, «στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποία σοῦ δίνει ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ φυτέψεις σ’ αὐτὴν κάθε καρποφόρο δένδρο, τρία χρόνια δὲν θὰ θεωρεῖς καθαρὸ τὸν καρπό του, καί τὸν τέταρτο χρόνο θὰ εἶναι ὁ καρπὸς του κατάλληλος γιὰ προσφορά του στὸν Κύριο». Ἐὰν ὅμως ἦταν ἐκλεκτὴ προσφορὰ ὁπρῶτος καρπός, ὁ καρπὸς δηλαδὴ πού γίνεται τὸν πρῶτο χρόνο, αὐτὸν ἔπρεπε νὰ προσφέρει στὸν Κύριο. Τώρα ὅμως λέγει, «τρία χρόνια δὲν θὰ θεωρεῖς καθαρὸ τὸν καρπό του», ἀλλά θὰ τὸν ἀφήσεις, γιατί τὸ δένδρο εἶναι χαλασμένο, γιατί ὁ καρπὸς εἶναι ἄρρωστος, γιατί δὲν εἶναι ὥριμος. Τὸν τέταρτο χρόνο ὅμως, λέγει, «θὰ εἶναι κατάλληλος γιὰ τὸν Κύριο».
Καὶ πρόσεχε τὴ σοφία τοῦ νομοθέτη. Δὲν τὸν ἀφήνει νὰ φάγει, γιὰ νὰμὴ δοκιμάσει αὐτὸς τὸν καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὸν Θεό. Οὔτε τοῦ ἐπιτρέπει νὰ τὸν προσφέρει, γιὰ νὰ μὴν τὸν προσφέρει πρόωρα στὸν Κύριο. Ἀλλά λέγει: Ἄφησέ τον, γιατί εἶναι ὁ πρῶτος, καὶ μὴτὸν προσφέρεις, γιατί εἶναι ἀνάξιος νὰ τιμήσει τὸν Θεό. Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ἐκλεκτὴ προφορὰ ὁπρῶτος καρπός, ἀλλά ὁ ἐξαιρετικός; Καὶ αὐτὰτὰ εἴπαμε γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα πού πρόσφερε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα. Πρόσφερε λοιπὸν στὸν Πατέρα τὴν ἐκλεκτὴ προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Καὶ τόσο θαύμασε τὸ δῶρο ὁ Πατέρας, καὶ γιατί εἶχε ἀξία ἐκεῖνος πού τὸ πρόσφερε καὶ γιατί ἡ προσφορὰ ἦταν ἀμόλυντη, ὥστε τὸ δέχτηκε στὰ χέρια του καὶ τὸτοποθέτησε κοντά του καὶτοῦ εἶπε: «Κάθισε στὰ δεξιά μου».Σὲ ποιὰ φύση εἶπε ὁ Θεός, «Κάθισε στὰ δεξιά μου»; Σ’ ἐκείνη πού ἄκουσε, «χῶμα εἶσαι καὶ στὸ χῶμα. θά, γυρίσεις.
Δὲν ἦταν λοιπὸν ἀρκετὸ ὅτι ἀνέβηκε πάνω ἀπό τούς οὐρανούς; δὲν ἦταν λοιπὸν ἀρκετὸ ὅτι στάθηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους; δὲν ἦταν ἀνυπολόγιστη καὶ αὐτὴ ἡτιμή; Ὅμως ξεπέρασε τοὺς ἀγγέλους, προσπέρασε τοὺς ἀρχαγγέλους, ξεπέρασε τὰ Χερουβίμ, ἀνέβηκε ψηλότερα ἀπὸτὰ Σεραφίμ, πέρασε πάνω ἀπὸτὶς ἀρχές, δὲν στάθηκε πουθενά, μέχρι πού πλησίασε τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Δὲν βλέπεις αὐτὴν τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ; Καλύτερα ὅμως ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸκάτω. Δὲν βλέπεις πόση εἶναι ἡ ἀπόσταση ἀπὸτὸν ἅδη μέχρι τὴ γῆ; καὶ ἀπὸ τὴγῆ πάλι μέχρι τὸν οὐρανό; καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μέχρι τὸν ψηλότερο οὐρανό; καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον μέχρι τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους, τὶς οὐράνιες δυνάμεις καὶ μέχρι σ’ αὐτὸν τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Σ’ αὐτὴν ὅλη τὴν ἀπόσταση καὶ σ’ αὐτὸτὸ ὕψος ἀνέβασε τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Πρόσεχε ποῦ βρισκόταν κάτω καὶ ποῦ ἀνέβηκε. Δὲν ὑπῆρχε κατώτερο σημεῖο νὰ κατεβεῖ, ἀπὸ ἐκεῖνο πού κατέβηκε ὁ ἄνθρωπος, οὔτε ψηλότερο ν’ ἀνεβεῖ, ἀπὸ ἐκεῖνο πού τὸν ἀνέβασε πάλι ὁ Ἰησοῦς. Καὶ αὐτὰ δηλώνοντας ὁ Παῦλος ἔλεγε: «Ἐκεῖνος πού κατέβηκε, ὁ ἴδιος καὶ ἀνέβηκε». Καὶ ποῦ κατέβηκε; «Στὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς», καὶἀνέβηκε πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς οὐρανούς. Μάθε ποιὸς ἀνέβηκε καὶ ποιὰ ἦταν ἡ φύση του καὶ πῶς ἦταν πρὶν νὰ κατεβεῖ. Γιατί μ’ εὐχαρίστηση ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν εὐτέλεια τοῦ ἀνθρώπινου γένους, γιὰ νὰ μάθω καλὰ τὴν τιμὴ πού μᾶς χάρισε ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου. Ἤμαστε χῶμα καὶ σκόνη. Ἀλλά αὐτὸσέ καμία περίπτωση δὲν ἦταν ἀξιοκατάκριτο, γιατί ἦταν ἀδυναμία τῆς φύσης μας. Συμπεριφερόμαστε πιὸ ἀνόητα ἀπὸτὰ ζῶα. «Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε σὰν τὰ ἀνόητα ζῶα καὶ ἔγινε ὅμοιος μ’ αὐτὰ». Τὸνὰ γίνει ὅμως κανεὶς ὅμοιος μὲ τὰζῶα, εἶναι σὰν νὰ ἔγινε χειρότερος ἀπὸ αὐτά. Γιατί τὸ μὲν ζῶο ἀπὸ τὴφύση του δὲν ἔχει λογικὸ καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ παραμένει στὴν κατάσταση αὐτὴτῆς ἀλογίας, τὸ νὰξεπέσουμε ὅμως ἐμεῖς,πού μᾶς τίμησε ὁ Θεός μὲ λογικό, στὴν κατάσταση αὐτοῦτοῦπαραλογισμοῦ, εἶναι ἔγκλημα τῆς δικῆς μας προαίρεσης. Συνεπῶς, ὅταν ἀκούσεις, ὅτι ἔγινε ὅμοιος μὲ τὰζῶα, μὴ νομίσεις ὅτι τὸ εἶπε αὐτὸγιὰ νὰ δείξει πώς εἴμαστε ἴσοι μ’ αὐτά, ἀλλά γιατί ἤθελε ν’ ἀποδείξει πώς εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸαὐτά. Καὶ πραγματικὰ, γίναμε χειρότεροι καὶ πιὸ ἀναίσθητοι ἀπὸτὰ ζῶα, ὄχι ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ ξεπέσαμε ἐκεῖ, ἀλλά ἐπειδὴ φθάσαμε καὶ σὲμεγαλύτερη ἀχαριστία. Καὶ αὐτὸδηλώνοντας ὁ Ἠσαΐας ἔλεγε: «Τὸ βόδι γνωρίζει τὸν κύριό του καὶ ὁ ὄνος τὸ παχνὶ τοῦ κυρίου του οἱ Ἰσραηλίτες ὅμως δὲν γνωρίζουν ἐμένα». Ἀλλά ἂς μὴ ντρεπόμαστε γιὰ τὰπροηγούμενα. «Γιατί ὅπου πλήθυνε ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖδόθηκε πιὸ ἄφθονη ἡ χάρη».
Εἶδες πώς εἴμαστε πιὸ ἀνόητοι ἀπὸτὰ ζῶα; Θέλεις νὰ δεῖς ὅτι εἴμαστε πιὸ ἀνόητοι καὶ ἀπὸτὰ πουλιά; «Τὰ τρυγόνια καὶ τὰ χελιδόνια καὶ τὰ μικρὰ πουλιὰ γνωρίζουν τὴν ἐποχὴ τοῦ ἐρχομοῦ τους,· ὁ λαός μου ὅμως δὲ γνωρίζει τίς ἐπιθυμίες μου». Νὰ πού εἴμαστε πιὸ ἀνόητοι καὶ ἀπὸτὰ γαϊδούρια καὶ ἀπὸ τὰβόδια, καὶ ἀπὸτὰ πουλιά, τὰ τρυγόνια καὶ τὰχελιδόνια. Θέλεις νὰμάθεις καὶ ἄλλη ἀνοησία μας; Μᾶς κάνει μαθητὲς τῶν μυρμηγκιῶν τόσο χάσαμε τὰ λογικὰ πού ἔχουμε ἀπὸτὴ φύση μας. Γιατί λέγει: «Πήγαινε στὸ μυρμήγκι καὶ προσπάθησε νὰ μιμηθεῖς τὴ μέθοδο ἐργασίας του». Γίναμε μαθητὲς τῶν μυρμηγκιῶν, ἐμεῖς πού δημιουργηθήκαμε σύμφωνα μὲτὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως αἴτιος ὁ δημιουργός μας, ἀλλά ἐμεῖς πού ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸτὴν εἰκόνα.
Καὶ γιατί λέγω γιὰ τὰμυρμήγκια; Γίναμε πιὸἀναίσθητοι καὶ ἀπὸ τὶς πέτρες. Θέλεις καὶγι’ αὐτὸ νὰσοῦ φέρω ἀπόδειξη; «Ἀκοῦστε φαράγγια καὶ θεμέλια τῆς γῆς, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ λαὸ του ν’ ἀπολογηθεῖ». Τοὺς ἀνθρώπους δικάζεις καὶ καλεῖς τὰ θεμέλια τῆς γῆς; Ναί, λέγει· γιατί οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ ἀναίσθητοι ἀπὸτὰ θεμέλια τῆς γῆς. Ποιὰ λοιπὸν μεγαλύτερη κακία ζητᾶς ἀκόμη ὅταν εἴμαστε πιὸ ἀναίσθητοι ἀπὸτὰ γαϊδούρια, πιὸ ἀνόητοι ἀπὸτὰ τρυγόνια, πιὸ ἄμυαλοι καὶ ἀπὸτὰ μυρμήγκια, πιὸ ἀναίσθητοι καὶ ἀπὸτὶς πέτρες; Φαινόμαστε καὶ ἴσοι μὲ τὰφίδια. «Θυμώνουν», λέει, «ὅταν τοὺς πεῖς ὅτι εἶναι ὅμοιοι μὲ τὰ φίδια· δηλητήριο ἀσπίδων ἔχουν μέσα στὸ στόμα τους». Καὶ τί χρειάζεται νὰ ποῦμε γιά τὴν ἀναισθησία τῶν ζώων, ὅταν εἶναι φανερὸ πώς ὀνομαζόμαστε καὶ παιδιὰ τοῦ ἴδιου τοῦ διαβόλου; Γιατί λέγει: «Ἐσεῖς εἶστε παιδιὰ τοῦ διαβόλου».
4. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ ἀναίσθητοι καὶ ἀχάριστοι, οἱ ἀνόητοι, οἱ ποιὸ ἀναίσθητοι ἀπὸτὶς πέτρες, οἱ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους, οἱ ἐλεεινοί, οἱ πιὸ τιποτένιοι -πῶς νὰ μιλήσω; τί νὰ πῶ; πῶς νὰ βγάλω ἀπὸτὸ στόμα μου αὐτὰτὰ λόγια;- ἐμεῖς οἱ τιποτένιοι λοιπόν, οἱ πιὸ ἀσύνετοι ἀπ’ ὅλα, γίναμε σήμερα ἀνώτεροι ἀπ’ ὅλους. Σήμερα ἀπόλαυσαν οἱ ἄγγελοι ἐκεῖνο πού ποθοῦσαν ἀπὸπολὺ καιρό. Σήμερα εἶδαν οἱ ἀρχάγγελοι ἐκεῖνο πού ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἐπιθυμοῦσαν, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο νὰ λάμπει κοντὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, ν’ ἀστράφτει ἀπὸἀθάνατη δόξα καὶ ὀμορφιά. Γιατί αὐτὸ ποθοῦσαν ἀπὸπολὺ καιρὸ οἱἄγγελοι, γιατί αὐτὸἐπιθυμοῦσαν ἀπὸπολὺν καιρὸ οἱἀρχάγγελοι.
Πράγματι ἂν καὶ ἡτιμὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀνώτερη ἀπὸτὴ δική τους, ὅμως χαίρονταν καὶ γιὰ τὰδικά μας ἀγαθά, καί ὑπέφεραν ὅταν τιμωρηθήκαμε. Γιατί τὰ Χερουβὶμ, ἂν καὶ φύλαγαν τὸν παράδεισο, ὅμως ὑπέφεραν· καὶ ὅπως ἕνας ὑπηρέτης, ὅταν βρεῖ στὴ φυλακὴ κάποιο συνάδελφό του, τὸν φυλάγει βέβαια ἐπειδὴ τὸν πρόσταξε ὁ κύριος, ὑποφέρει ὅμως γι’ αὐτὸπού γίνεται, ἀπὸ συμπάθεια γιὰ τὸσυνάδελφό του,· ἔτσι καὶ τὰΧερουβὶμ ἀνέλαβαν βέβαια νὰ φυλάγουν τὸν παράδεισο, ὑπέφεραν ὅμως γιὰ τὴφυλάκιση τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ γιὰ νὰμάθεις ὅτι ὑπέφεραν, θὰ σοῦ τὸἀποδείξω ἀπό τούς ἀνθρώπους. Γιατί, ὅταν δεῖς ὅτι οἱ ἄνθρωποι συμπάσχουν γιὰ τοὺς συνανθρώπους τους, νὰ μὴν ἀμφιβάλλεις πιὰ γιὰ τὰΧερουβίμ, γιατί οἱδυνάμεις αὐτὲς εἶναι πιὸ φιλόστοργες ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ποιὸς λοιπὸν ἀπό τούς καλοὺς ἀνθρώπους δὲν πόνεσε, ὅταν τιμωροῦνται σύμφωνα μέ τό νόμο ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ πάρα πολλὰ σφάλματά τους; Γιατί αὐτὸεἶναι τὸ παράδοξο, ὅτι, ἀφοῦἔμαθαν τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶδαν ὅτι ἐναντιώθηκαν στὸν Θεό, πόνεσαν οἱ ἄγγελοι. Ὁ Μωυσῆς πόνεσε μετὰ τὴν εἰδωλολατρία τῶν Ἰσραηλιτῶν, γι’ αὐτὸκαὶ ἔλεγε: «Ἐάν τούς συγχωρήσεις τὴν ἁμαρτία, συγχώρησέ την. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, σβῆσε καὶ μένα ἀπὸ τὸ βιβλίο πού μὲ ἔγραψες». Τί σημαίνει αὐτό; Βλέπεις τὴν ἀσέβεια καὶ πονᾶς γι’ αὐτοὺς πού τιμωροῦνται; Γι’ αὐτὸβέβαια πονῶ, λέγει, ἐπειδὴ τιμωροῦνται καὶ δίνουν ἀφορμὲς γιὰ δίκαιες τιμωρίες. Καὶ ὁἸεζεκιήλ, ὅταν εἶδε τὸν ἄγγελο νὰ ἐξολοθρεύει τοὺς ἀνθρώπους, φώναξε δυνατὰ καὶ θρήνησε καὶ εἶπε: «Ἀλλοίμονο, Κύριε, γιατί ἐξολοθρεύεις τοὺς ὑπόλοιπους Ἰσραηλίτες»; Καὶ ὁἹερεμίας λέγει: «Τιμώρησέ μας, Κύριε, ἀλλά ὕστερα ἀπὸ σκέψη καὶ ὄχι πάνω στὸ θυμό σου, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἀφήσεις πολὺ λίγους».
Ὁμὲν Μωυσῆς λοιπὸν καὶ ὁἸεζεκιὴλ καὶ ὁἹερεμίας πονοῦν, οἱ δὲδυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ δὲν ὑπέφεραν καθόλου γιὰ τὰδικά μας κακά; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ αὐτό; Ὅτι λοιπὸν θεωροῦν δικά τους τὰ δικά μας, μάθε πόση χαρὰ ἔδειξαν, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Κύριος συμφιλιώθηκε μαζί μας. Ἐὰν ὅμως δὲν πονοῦσαν προηγουμένως, δὲν θὰ χαίρονταν ἀργότερα· καὶ ὅτι χαίρονταν, εἶναι φανερὸ ἀπ’ αὐτὰπού λέγει ὁ Χριστός: «Ὅτι θὰ εἶναι χαρὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ γιὰ κάθε ἁμαρτωλὸ πού μετανοεῖ». Ἐὰν ὅμως χαίρονται οἱ ἄγγελοι ὅταν βλέπουν ἕναν ἁμαρτωλὸ πού μετανοεῖ, σήμερα πού βλέπουν μὲ τὴν ἐκλεκτὴ προσφορὰ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, πῶς δὲν θὰ ἔνιωθαν τὴ μεγαλύτερη χαρά;
Ἄκουσε ὅμως καὶ ἀπὸ ἀλλοῦ τὴχαρὰ τῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ γιὰ τὴδική μας συμφιλίωση. Γιατί ὅταν γεννήθηκε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα ὁ Κύριός μας, ἀφοῦεἶδαν ὅτι συμφιλιώθηκε πιὰ μὲτοὺς ἀνθρώπους -γιατί δὲν θὰ κατέβαινε στὴ γῆ, ἂν δὲν συμφιλιωνόταν-, ἀφοῦεἶδαν λοιπὸν αὐτὸκαὶ ἔστησαν χορὸ πάνω στὴ γῆφώναζαν καὶ ἔλεγαν:«Ἂς εἶναι δόξα στὸν Θεὸ στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ, ἂς ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ καὶ ἀγαθὴ προαίρεση στοὺς ἀνθρώπους». Καὶ γιὰ νὰμάθεις, ὅτι γι’ αὐτὸδοξάζουν τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀπόλαυσε ἡ γῆτὰ ἀγαθά, πρόσθεσαν καὶ τὴν αἰτία, λέγοντας: «Ἂς ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ καὶ ἀγαθὴ προαίρεση στοὺς ἀνθρώπους», σ’ αὐτοὺς πού ἦταν ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀχάριστοι. Εἶδες πῶς δοξάζουν τὸν Θεὸ γιὰ τὰξένα ἀγαθά; ἡ καλύτερα γιὰ τὰδικά τους, γιατί θεωροῦν ὅτι εἶναι δικά τους τὰ δικά μας ἀγαθά. Θέλεις νὰ μάθεις, ὅτι χαίρονταν καὶ σκιρτοῦσαν καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοῦν τὸν Κύριο ν’ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς; Ἄκουσε τὸν Χριστὸ πού λέγει, ὅτι ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν διαρκῶς. καὶ αὐτὸ δείχνει ὅτι ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν τὸ παράξενο θέαμα.
Και ἀπὸποῦ φαίνεται, ὅτι ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν; Ἄκουσε τὸν Χριστὸ πού λέγει: «Ἀπὸ τώρα θὰ δεῖτε τὸν οὐρανὸ ἀνοιγμένο καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ». Γιατί τέτοια εἶναι ἡ συνήθεια αὐτῶν πού ἀγαποῦν δὲν περιμένουν τὴν κατάλληλη στιγμή, ἀλλά ἀπὸτὴ χαρὰ τους προλαβαίνουν τὴν προθεσμία. Γι’ αὐτὸκατεβαίνουν, ἐπειδὴ βιάζονται νὰ δοῦν τὸ καινούριο καὶ παράξενο ἐκεῖνο θέαμα, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο πού ἐμφανίστηκε στὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸὑπῆρχαν παντοῦ ἄγγελοι, καὶ ὅταν γεννήθηκε, καὶ ὅταν ἀναστήθηκε, καὶ σήμερα πού ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Γιατί λέγει ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Νὰ δύο μὲ λευκὰ φορέματα», πού φανερώνουν μὲ τὴν ἐμφάνιση τὴ χαρά τους, καὶ εἶπαν στοὺς μαθητές: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, γιατί στέκεστε ἔκπληκτοι; Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, πού ἀναλήφθηκε ἀπό σᾶς στὸν οὐρανό, θὰ ἔρθει κατά τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως τὸν εἴδατε τώρα νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ».
5. Ἐδῶσᾶς παρακαλῶ νὰπροσέξετε ἰδιαίτερα. Γιατί λοιπὸν τὰ λέγουν αὐτὰοἱ ἄγγελοι; Μήπως δὲν εἶχαν μάτια οἱ μαθητές; μήπως δὲν ἔβλεπαν αὐτὸπού γινόταν; Δὲν εἶπε ὁ εὐαγγελιστής, ὅτι ἀναλήφθηκε καθὼς τὸν ἔβλεπαν; Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν στάθηκαν κοντὰ τους οἱ ἄγγελοι λέγοντάς τους, ὅτι ἀνέβηκε στὸν οὐρανό; Γι’ αὐτοὺς τοὺς δύο λόγους, ὁ πρῶτος, γιατί πάντοτε στενοχωριοῦνταν οἱ μαθητὲς γιὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Ὅτι βέβαια στενοχωριοῦνταν, ἄκουσε τί τοὺς ἔλεγε: «Κανεὶς ἀπό σᾶς δὲν μ’ ἐρωτᾶ ποῦ πηγαίνεις; Ἀλλά ἡ λύπη ἔχει γεμίσει τὴν καρδιά σας, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα αὐτὰ».
Ἐὰν λοιπόν δὲν ὑποφέρουμε, ὅταν ἀποχωριζόμαστε ἀπὸφίλους καὶ συγγενεῖς μας, πῶς οἱ μαθητὲς ὅταν ἔβλεπαν ν’ ἀποχωρίζεται ἀπὸαὐτοὺς ὁ Σωτήρας, ὁ διδάσκαλος, ὁ προστάτης, ὁ φιλάνθρωπος, ὁ ἥμερος, ὁ ἀγαθός, πῶς δὲν θὰ στενοχωριοῦνταν; πῶς δὲν θὰ πονοῦσαν; Γι’ αὐτὸστάθηκε ἐκεῖ ὁἄγγελος, γιὰ νὰκαταπραΰνει μὲ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Κυρίου τὴ λύπη πού τοὺς προξένησε ἡ ἀναχώρησή του. Γιατί λέγει: «Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς πού ἀναλήφθηκε ἀπό σᾶς στὸν οὐρανό, θὰ ἔρθει κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο». Λυπηθήκατε λέγει, γιατί ἀναλήφθηκε; Ἀλλά μὴ λυπᾶστε πιά, γιατί θὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι. Γιὰ νὰμὴ κάμουν λοιπὸν ἐκεῖνο πού ἔκαμε ὁ Ἐλισσαῖος, ὅταν εἶδε τὸ διδάσκαλό του ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ καὶ ἔσκισε τὰ ροῦχα του -γιατί δὲν στάθηκε κανένας κοντά του νὰ τοῦ πεῖ, ὅτι θὰ ἐπιστρέψει ὁ Ἠλίας-, γιὰ νὰ μὴν κάμουν λοιπὸν τὸ ἴδιο καὶ αὐτοί, γι’ αὐτὸστάθηκαν κοντὰ τους οἱ ἄγγελοι παρηγορώντας τὴ λύπη τους.
Αὐτὸς εἶναι ὁ ἕνας λόγος τῆς παρουσίας τῶν ἀγγέλων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ δεύτερος ὄχι μικρότερος, γι’ αὐτὸκαὶ πρόσθεσε, «πού ἀναλήφθηκε». Ποιὸς λοιπὸν εἶναι αὐτός; Ὁ Ἰησοῦς ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. Ὅμως ἡ ἀπόσταση ἦταν μεγάλη καὶ τὰἀνθρώπινα μάτια δὲν εἶχαν τὴ δύναμη νὰ δοῦν ὡς τοὺς οὐρανοὺς τὸ σῶμα πού ἀναλήφθηκε. Ἀλλά ὅπως ἕνα πουλὶ πού πετᾶ στὰ ὕψη, ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνει, τόσο περισσότερο χάνεται ἀπὸ τὰμάτια μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τὸσῶμα ἐκεῖνο, ὅσο ἀνέβαινε πιὸ ψηλά, τόσο περισσότερο χανόταν, ἐπειδὴ ἡἀδυναμία τῶν ματιῶν τους δὲν μποροῦσε νὰ τὸπαρακολουθήσει σ’ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ἀπόστασης. Γι’ αὐτὸ στάθηκαν κοντὰ τους οἱ ἄγγελοι, λέγοντας ὅτι ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, γιὰ νὰμὴ νομίζουν ὅτι ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀλλ’ ὅτι ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸλέγει, «πού ἀναλήφθηκε ἀπό σᾶς στὸν οὐρανό».
Και αὐτὸβέβαια δὲν τὸ πρόσθεσε χωρὶς λόγο. Ὁ Ἠλίας λοιπὸν ἀναλήφθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, γιατί ἦταν ἄνθρωπος. Ὁ Ἴησοῦς ὅμως ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό, γιατί ἦταν Θεός. Ὁ Ἠλίας ἀναλήφθηκε μὲ πύρινο ἅρμα, ὁ Ἰησοῦς μὲ νεφέλη. Γιατί, ὅταν ἔπρεπε νὰ καλέσει ὁ Θεὸς τὸν Ἠλία, ἔστειλε ἅρμα καὶ ὅταν κάλεσε τὸν Υἱό του, ἔστειλε βασιλικὸ θρόνο -καὶ ὄχι μόνο βασιλικὸ θρόνο, ἀλλά τὸν ἴδιο τὸν πατρικὸ θρόνο; Ἐπειδή γιὰ τὸν Πατέρα λέγει ὁ Ἠσαΐας: «Ἰδού, ὁ Κύριος κάθεται ἐπάνω σ’ ἐλαφριὰ νεφέλη». Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁΠατέρας κάθεται ἐπάνω σὲ νεφέλη, γι’ αὐτὸκαὶ στὸν Υἱό ἔστειλε τὴ νεφέλη. καὶ ὁἨλίας, ὅταν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ἄφησε στὸν Ἔλισσαῖο τὴ μηλωτὴ του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ὅταν ἀναλήφθηκε ἄφησε στοὺς μαθητὲς του τὰ χαρίσματα, πού ἔκαναν ὄχι ἕναν προφήτη, ἀλλά χιλιάδες Ἐλισσαίους, καὶ μάλιστα πολὺ μεγαλύτερους καὶ σημαντικότερους ἀπὸἐκεῖνον.
Ἂς σταματήσουμε λοιπόν, ἀγαπητοί, καὶ ἂς προσέξουμε πρὸς τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ ὁΠαῦλος λέγει: «Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ πρόσταγμα, μὲ φωνὴ ἀρχαγγέλου· καὶ ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, πού θ’ ἀπομένουμε τότε στὴ ζωή, θ’ ἁρπαχθοῦμε μὲ σύννεφα γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα», ἀλλά ὄχι ὅλοι. Ὅτι λοιπὸν δὲν θὰ ἁρπαχθοῦμε ὅλοι, ἀλλά ἄλλοι θὰ παραμείνουν καὶ ἄλλοι θὰ ἁρπαχθοῦμε, ἄκουσε τί λέγει ὁ Χριστός: «Τότε θὰ βρεθοῦν δύο γυναῖκες ν’ ἀλέθουν στὸν ἴδιο μύλο. Ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡ ἄλλη ἀφήνεται. Δύο θὰ βρίσκονται στὸ ἴδιο κρεβάτι. Ὁ ἕνας παραλαμβάνεται καὶ ὁ ἄλλος ἀφήνεται».
Τί θέλουν νὰ ποῦν αὐτὰτὰ αἰνιγματικὰ λόγια; τί θέλει νὰ πεῖ αὐτὸ τὸἀπόκρυφο μυστήριο; Μὲ τὸμύλο μᾶς φανέρωσε ὅλους ἐκείνους πού ζοῦν μέσα στὴ φτώχεια καὶ στὴ δυστυχία καὶ μὲτὸ κρεβάτι καὶ τὶς ἀνέσεις ὑπονοεῖ ὅλους ἐκείνους πού ζοῦν μέσα στὰ πλούτη καὶ τὶς τιμές. Καὶ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει ὅτι καὶ ἀπό τούς φτωχοὺς σώζονται καὶ ὁδηγοῦνται στὴν ἀπώλεια, εἶπε ὅτι καὶ ἀπ’ τὶς δύο πού βρίσκονται στὸ μύλο ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡἄλλη ἀφήνεται· καὶ ἀπό τούς δύο πού εἶναι στὸ κρεβάτι ὁ ἕνας παραλαμβάνεται καὶὁ ἄλλος ἀφήνεται. Ἔτσι δηλώνει ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀφήνονται ἐδῶκαὶ περιμένουν τὴν τιμωρία, ἐνῶοἱ δίκαιοι ἁρπάζονται στὰ σύννεφα. Ὅπως δηλαδὴ, ὅταν ὁ βασιλιὰς πηγαίνει σὲ μία πόλη, ὅλοι οἱ ἀξιωματοῦχοι καὶ οἱἄρχοντες καὶ ὅσοι ἔχουν μεγάλη οἰκειότητα μαζί του, τὸν συναντοῦν ἀφοῦ βγοῦν ἔξω ἀπὸτὴν πόλη, οἱ κατάδικοι ὅμως καὶ οἱτιμωρημένοι φυλάγονται στὶς φυλακὲς περιμένοντας τὴν ἀπόφαση τοῦ βασιλιᾶ, ἔτσι καὶ ὅταν ἔρχεται ὁ Κύριος, ὅσοι ἔχουν παρρησία τὸν συναντοῦν στὸν ἀέρα, οἱ κατάδικοι ὅμως καὶ ὅσοι αἰσθάνονται τὸ βάρος τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν στὴ συνείδησή τους περιμένουν στὴ γῆτὸν κριτή.
Τότε καὶ ἐμεῖς θὰ ἁρπαχθοῦμε στὸν οὐρανό. Δὲν εἶπα, ἐμεῖς, κατατάσσοντας καὶ τὸν ἑαυτό μου ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς πού ἁρπάζονταν δὲν εἶμαι τόσο ἀναίσθητος καὶ ἀχάριστος, ὥστε νὰ μὴγνωρίζω τὶς ἁμαρτίες μου. Γιατί, ἂν δὲν φοβόμουν μήπως καταστρέψω τὴ χαρὰ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, θὰ ἔχυνα πικρὰ δάκρυα, καθὼς θυμήθηκα αὐτὰτὰ λόγια, γιατί θυμήθηκα τὶς δικές μου ἁμαρτίες. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ ταράξω τὴ χαρὰ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, ἐδῶθὰ σταματήσω τὴν ὁμιλία μου, ἀφοῦ σᾶς ἀφήσω ζωηρὴ τὴμνήμη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ὥστε οὔτε ὁ πλούσιος νὰ μὴχαίρεται γιὰ τὸν πλοῦτο του, οὔτε ὁ φτωχὸς νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του δυστυχισμένο γιὰ τὴφτώχεια του, ἀλλά ὁ καθένας, κατὰ τὴσυνείδησή του, νὰ κάνει εἴτε αὐτὸεἴτε ἐκεῖνο. Γιατί οὔτε ὁ πλούσιος εἶναι εὐτυχισμένος, οὔτε ὁ φτωχὸς εἶναι δυστυχισμένος, ἀλλά ὅποιος θὰ κριθεῖ ἄξιος γιὰ τὴν ἁρπαγὴ ἐκείνη μέσα στὰ σύννεφα, εἶναι εὐτυχισμένος καὶ τρισευτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ πιὸ φτωχὸς ἀπ’ ὅλους. Ὅπως βέβαια εἶναι ἐλεεινὸς καὶ τρισάθλιος ὁ ἁμαρτωλός, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ πιὸ πλούσιος ἀπ’ ὅλους. Γι’ αὐτὸτὰ λέγω, γιὰ νὰθρηνοῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ὅσοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καὶ νὰπαίρνουν θάρρος ὅσοι ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας ἤ καλύτερα, νὰ μὴν παίρνουν μόνο θάρρος, ἀλλά καί νὰπροφυλάγονται οὔτε ἐκεῖνοι νὰ θρηνοῦν μόνο, ἀλλά καὶ ν’ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς.
Γιατί εἶναι δυνατὸν καὶ ὁκακός, ἀφοῦ ἐγκαταλείψει τὴν πονηρία, νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀρετὴ καὶ νὰμπορέσει νὰ γίνει ἴσος μ’ ἐκείνους πού ἀπὸτὴν ἀρχή ζοῦν ἐνάρετα. Αὐτὸἂς φροντίσουμε καὶ ἐμεῖς. Καὶ ὅσοι αἰσθάνονται ὅτι εἶναι ἐνάρετοι, ἂς παραμένουν στὴν εὐσέβεια, μεγαλώνοντας πάντοτε αὐτὸτὸ καλὸ ἀπόκτημα καὶ αὐξάνοντας τὸ προηγούμενο θάρρος τους. Ὅσοι ὅμως δὲν ἔχουμε θάρρος καὶ αἰσθανόμαστε τὸ βάρος πολλῶν ἁμαρτιῶν μας, ἂς ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς, ὥστε, ἀφοῦἀποκτήσουμε τὸ θάρρος τῶν ἄλλων, νὰ ὑποδεχθοῦμε ὅλοι μαζὶ καὶ μὲτὴν ἴδια ψυχικὴ διάθεση καὶ μὲτὴν τιμὴ πού ἁρμόζει τὸ βασιλιὰ τῶν ἀγγέλων, καὶ ν’ ἀπολαύσουμε τὴ μακάρια ἐκείνη χαρὰ μὲτὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο μαζὶ μὲτὸν Πατέρα καὶ τὸἍγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡδύναμη, τώρα, καὶ πάντοτε, καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
http://ift.tt/2rUqIMY
(Πηγή: imaik.gr)
Πηγή
0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου