ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ. ΚΑΙ... ΝΑ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ!

Ἑρμηνεία τῶν Μακαρισμῶν ἀπό τόν Γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο. Μακαρισμός πέμπτος (Μέρος Β΄)

Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει: «Τε­κνί­α μου, μὴ ἀ­γα­πῶ­μεν λό­γῳ μη­δὲ τῇ γλώσ­σῃ , ἀλ­λ’ ἔρ­γῳ καὶ ἀλη­θεί­ᾳ»[1]. Παι­δά­κια μου, λέει, ἄς μήν ἀ­γα­πᾶ­με μέ τά λό­για οὔτε μέ τή γλώσ­σα μό­νο, ἀλλά μέ ἔργα ἀλη­θι­νά. Καί ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος μᾶς ση­μει­ώ­νει τά ἑξῆς: «Ἐν­ταῦ­θα οὐ τοὺς διὰ χρη­μά­των ἐ­λε­οῦν­τας μό­νον ἐμοὶ δο­κεῖ λέ­γειν, ἀλ­λὰ τοὺς διὰ πραγ­μά­των». Δηλα­δή: Ὅ­ταν λέ­ει ἐ­δῶ ὁ Κύ­ριος ″μα­κά­ριοι οἱ ἐ­λε­ή­μο­νες ″, δέν ἐν­νο­εῖ μό­νον ἐκεί­νους πού δί­νουν γε­νι­κό­τε­ρα χρή­μα­τα. «Ποι­κί­λος γὰρ ὁ τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­
νης τρό­πος, καὶ πλα­τεῖ­α αὕ­τη ἡ ἐν­το­λή»[2], δι­ό­τι εἶ­ναι ποι­κί­λος ὁ τρό­πος τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης , πο­λύ­πλευ­ρος , καί ἡ ἐν­το­λή αὐτή εἶ­ναι πλα­τειά, ἔχει εὐ­ρύ φά­σμα, ὅ­πως σᾶς εἶ­πα στήν ἀρ­χή.
Ἐ­λε­η­μο­σύ­νη λοι­πόν εἶ­ναι ἡ προσφορά, ὄ­χι μό­νο χρη­μά­των, ἀλ­λά καί κάθε χα­ρί­σμα­τος, τα­λάν­του, κάθε ἱ­κα­νό­τη­τος, κάθε ἀ­γα­θοῦ, κάθε κα­λῆς γνώ­σε­ως. Καί τοῦ­το για­τί ἄν ἦ­ταν μό­νο θέ­μα χρη­μά­των ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τό­τε θά ἦ­ταν πο­λύ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη καί θά ἀ­φο­ροῦ­σε μό­νο τούς πλου­σί­ους, γιατί μό­νο αὐ­τοί θά μπο­ροῦ­σαν νά τήν ἀ­σκή­σουν. Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι ἔ­τσι. Ἐξάλ­λου δέν εἶναι μό­νο τό χρῆ­μα πού ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἀν­θρώ­που, τίς ὑ­λι­κές καί τίς πνευ­μα­τι­κές, ἀλ­λά καί τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα.
 Καί ἄν θέ­λε­τε, θά σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δειγ­μα­το­λη­πτι­κά καί με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἔ­τσι, πρα­κτι­κά:
Εἶ­σαι τε­χνί­της; Νά με­τα­δώ­σεις τήν τέ­χνη σου στόν μα­θη­τευ­ό­με­νό σου· μή τόν ἀ­φή­σεις στήν ἄ­γνοι­α. Νά τοῦ πεῖς τά μυ­στι­κά τῆς δου­λειᾶς πού ξέ­ρεις.
Ἄν εἶ­σαι ἐ­πι­στή­μων, ἄν εἶ­σαι νο­μι­κός, ἄν εἶ­σαι για­τρός, ἄν εἶ­σαι δά­σκα­λος, ἄν εἶ­σαι μη­χα­νι­κός, ἄν εἶ­σαι φαρ­μα­κο­ποι­ός, μπο­ρεῖς ἀ­πό τό πό­στο σου νά βο­η­θή­σεις ποι­κι­λο­τρό­πως, νά δι­ευ­κο­λύ­νεις μέ κά­θε τρό­πο, ὅποιον σέ χρειάζεται.
Ὅ­ταν κα­τέ­χεις μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἤ ἐ­πί­και­ρη θέ­ση, μπο­ρεῖς ὁ­μοί­ως νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σεις, νά βο­η­θή­σεις.
Ἀ­κό­μη μπο­ρεῖς νά βο­η­θή­σεις σέ μιά προ­σπά­θεια τῆς ἐνορίας σου, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ κα­τή­χη­ση. Νά ἀ­να­λά­βεις τήν κα­τή­χη­ση τῶν παι­δι­ῶν, ἄν ἔ­χεις βέ­βαι­α τά προ­σόν­τα καί τή δυ­να­τό­τη­τα. Μπορεῖς ἀκόμα νά ἀ­να­λά­βεις τυ­χόν συσ­σί­τια πού διοργανώνει ἡ ἐ­νο­ρί­α σου, ἤ νά συμμετέχεις στήν ἀ­νέ­γερ­ση τοῦ να­οῦ, ἄν θέ­λε­τε ὅ­λοι μα­ζί νά κτί­σε­τε και­νούρ­για ἐκ­κλη­σί­α, καί οὕτω καθ’ ἑξῆς.
Μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη νά δώ­σου­με κά­ποι­α τρό­φι­μα ἀπό τό σπί­τι μας, ἤ ἀκόμη καί ρουχισμό.
Μάλιστα ἐδῶ ἐπιτρέψτε μου νά σᾶς πῶ μιά ἱστο­ρία, πού καί ἄλ­λο­τε τήν ἔχω πεῖ, πο­λύ πα­λιά· δέν ξέ­ρω ὅ­μως ἄν τήν ἔ­χω πεῖ σ’ ἐ­σᾶς. Θά τήν ξαναπῶ, για­τί ἤμουν αὐ­τό­πτης μάρ­τυρας ἑνός περιστατικοῦ, πού καί τό­τε μέ εἶ­χε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά συν­τα­ρά­ξει. Ἀκοῦστε:
Θυ­μᾶμαι ὅτι ἦ­ταν ἕνα ἡ­λι­ό­λου­στο ἀ­πό­γευ­μα, ἀλ­λά πα­γω­μέ­νο, ὅ­ταν μαζί μέ κά­ποι­ον δικό μου κα­τη­φό­ρι­ζα σέ ἕναν δρό­μο στήν Κη­φι­σιά. Εἶχε πα­γω­νιά, πο­λύ κρύ­ο. Φο­ροῦ­σα τό παλ­τό μου, καί δέν ξέ­ρω τί ἄλ­λα φο­ροῦ­σα. Κά­ποι­α στιγ­μή, ἀ­πό ἀρ­κε­τά μα­κριά, εἶ­δα κά­ποι­ον νά πέ­φτει χά­μω. «Μπά, τί ἔ­πα­θε αὐ­τός;». Τότε πλη­σι­ά­σα­με, καί εἴδαμε ὅτι ἦ­ταν ἕ­νας νέ­ος ἄν­θρω­πος ἀλλά ἐ­πι­λη­πτι­κός. Οἱ ἐ­πι­λη­πτι­κοί συ­νή­θως πέ­φτουν χά­μω χωρίς νά τό καταλάβουν. Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός φο­ροῦ­σε μό­νο ἕ­να ἄ­σπρο που­κά­μι­σο –τό θυ­μᾶ­μαι. Δέν φο­ροῦ­σε σα­κά­κι, οὔ­τε παλ­τό. Ὁ δρό­μος αὐ­τός δέν εἶχε πο­λυ­κα­τοι­κί­ες· ὑπῆρχαν μόνο ἁ­πλᾶ σπί­τια, μο­νο­κα­τοι­κίες. Κάποια στιγμή πε­τά­χτη­κε μιά γυ­ναί­κα ἀ­πό ἕνα δι­πλα­νό σπί­τι, καί ἕνας ἀ­κό­μη δι­α­βά­της πλησίασε ἀ­πό κάπου ἐκεῖ κοντά, καθώς καί μερικοί ἄλλοι, γιά νά βοηθήσουν. Ὁ νέος αὐτός μετά συ­νῆλ­θε· ἀλλά, ὅ­πως ἔ­πε­σε, ἔσκι­σε τό που­κά­μι­σό του, καί ζή­τη­σε μιά βε­λό­να νά τό ρά­ψει.
Περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, καί μα­ζευ­τή­κα­με πέν­τε - δέ­κα ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ, γύ­ρω ἀπ’ αὐ­τόν. Ἀλλά κα­νείς μας δέν σκέ­φθη­κε ὅ­τι ὁ νεαρός δέν φο­ροῦ­σε σα­κά­κι, οὔτε παλ­τό. Ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καί ἕ­να μπα­κα­λό­παι­δο –παι­δί τοῦ μπα­κά­λη– πού πή­γαι­νε μέ τό πο­δή­λα­τό του τρό­φι­μα, θε­λή­μα­τα, στά σπί­τια. Τό­τε εἴ­χα­με τά μπα­κά­λι­κα, μι­κρά μπα­κά­λι­κα, ἐνῶ σή­με­ρα ἔ­χου­με τά σοῦ­περ μάρ­κετ... –τέ­λος πάν­των. Τό παιδί κα­τέ­βη­κε ἀπό τό πο­δή­λα­τό του γιά νά δεῖ τί συ­νέ­βαι­νε –συ­νή­θως πάν­τα γί­νον­ται πη­γα­δά­κια ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει κά­τι τό ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γο– καί χω­ρίς νά χά­σει και­ρό, αὐ­τό τό παι­δί, τό μπα­κα­λό­παι­δο –θυ­μᾶ­μαι καί τό ὄ­νο­μά του, για­τί τόν ρώ­τη­σα· τόν ἔ­λε­γαν Σι­δη­ρό­που­λο– ἔ­βγα­λε τό σα­κά­κι του καί τό ἔδω­σε στόν πεσμένο νεαρό νά τό φο­ρέ­σει, λέ­γον­τάς του «Φί­λε, πάρ’  το , κά­νει κρύ­ο», πρός με­γά­λη μας ντρο­πή ὅ­λων τῶν ἄλ­λων πού εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ γύ­ρω. Κα­νείς μας δέν εἶχε βγάλει οὔ­τε τό σα­κά­κι του οὔ­τε τό παλ­τό του γιά νά ντύσει αὐτόν τόν νέο! Ἀ­κοῦ­τε;
Μπο­ροῦ­με λοι­πόν νά δώ­σου­με, ὅ­πως σᾶς ἐ­ξή­γη­σα, κάτι, ὁτιδήποτε.
Καί κά­τι ἀ­πό τήν Ἱ­στο­ρί­α τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή. Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης, πα­τριά­ρχης Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, πού πῆ­ρε καί τήν ἐ­πω­νυ­μί­α Ἐ­λε­ή­μων, ὅταν τοῦ ἔ­δι­ναν πράγ­μα­τα, ἐ­κεῖ­νος τά μοί­ρα­ζε. Ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ἐ­λε­ή­μων.
Κά­πο­τε ἕ­νας πα­πλω­μα­τᾶς σκέ­φθη­κε νά τοῦ στεί­λει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ζε­στό πά­πλω­μα γιά τό κρε­βά­τι του. Ἐμ­φα­νί­στη­κε λοι­πόν κά­ποι­α φτω­χειά γυ­ναί­κα, τῆς τό φορ­τώ­νει καί τῆς λέει: «Πάρε τό πά­πλω­μα αὐ­τό νά ζε­στα­θεῖ­τε στό σπί­τι σας. Πή­γαι­νε καί πού­λη­σέ το , ἄν θέλεις , καί θά πά­ρεις πολ­λά χρή­μα­τα , γιά νά ἀγο­ράσεις κά­τι πού χρειάζεσαι πε­ρισ­σό­τε­ρο». Συμ­πω­μα­τι­κά ἡ γυναίκα πῆ­γε καί τό πού­λη­σε στόν πα­πλω­μα­τᾶ, στόν ἄν­θρω­πο πού τό εἶ­χε πά­ει δῶ­ρο στόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη! Ὅ­ταν τό εἶ­δε ὁ πα­πλω­μα­τᾶς, τό ἀγόρασε, καί τό ξα­νά­στει­λε πά­λι στόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ἐ­λε­ή­μο­να. Ἐ­κεῖ­νος ὅμως πά­λι τό πρόσφερε κάπου ἀλλοῦ. Καί τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης: «Γιά νά δοῦ­με, ποι­ός θά βα­ρε­θεῖ πρῶ­τος· ὁ ἕ­νας νά στέλ­νει ἤ ὁ ἄλ­λος νά χα­ρί­ζει!».
Βλέ­πε­τε, μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με τό­σα πράγ­μα­τα καί ὑ­λι­κά, ὅπως σᾶς εἶπα, ἀλλά ἀ­κό­μη καί τέ­χνη καί γνώσεις κι ἕ­να σω­ρό ἄλ­λα.
Ἄς ἔλ­θου­με τώ­ρα σέ μιά ἄλ­λη κα­τη­γο­ρί­α ἐ­λε­η­μο­σύ­νης πού μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με, ὅταν δέν ἔχου­με ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά γιά νά προσφέρουμε. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο πού ἔκανε ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος μέ τόν εὐ­αγ­γε­λι­στή Ἰ­ω­άν­νη, ὅταν πῆ­γαν νά προ­σκυ­νή­σουν στόν να­ό τοῦ Σο­λο­μῶν­τος καί συνάντησαν ἕ­ναν χω­λό, δηλαδή κου­τσό, πού ζητοῦσε βοήθεια, ἐκεῖ μπροστά στήν ὡ­ραί­α πύ­λη τοῦ ἱε­ροῦ. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος λοιπόν τοῦ εἶπε: «Ἀρ­γύ­ριον καὶ χρυ­σί­ον οὐχ ὑ­πάρ­χει μοι· ὃ δὲ ἔ­χω, τοῦ­τό σοι δί­δω­μι· ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Να­ζω­ραί­ου ἔγει­ρε καὶ πε­ρι­πά­τει»[3]. Δέν ἔ­χω νά σοῦ δώ­σω νο­μί­σμα­τα, οὔ­τε χρυ­σά­φι οὔ­τε φλου­ρί οὔ­τε ἀ­ση­­μέ­νιο νό­μι­σμα· ἐ­κεῖ­νο πού ἔ­χω, αὐ­τό καί σοῦ δί­νω : Σέ κά­νω κα­λά. Στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, σή­κω καί περπά­τησε. Κι αὐ­τός πε­τά­χτη­κε ἐ­πά­νω ὑ­γι­ής. Ἡ ἐλεημοσύνη λοι­πόν δέν εἶ­ναι μό­νο θέ­μα χρη­μά­των.
Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ὅ­ταν θά μᾶς κρί­νει ὁ Κύ­ριος, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως, καί θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει γιά κρι­τή­ριο τήν ἐν­το­λή τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, δέν θά μᾶς πεῖ «ἤ­μουν στή φυ­λα­κή, καί δέν μέ ἐ­λευ­θε­ρώ­σα­τε πλη­ρώ­νον­τας τά ἔ­ξο­δα» οὔ­τε «ἤ­μουν ἄρ­ρω­στος , καί δέν πλη­ρώ­σα­τε τόν για­τρό καί τά φάρ­μα­κά μου γιά νά γί­νω κα­λά». Δέν θά μᾶς πεῖ τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Ἀλ­λά θά πεῖ: «δέν μέ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε». Παίρ­νει τό πιό ἁπλό, τό πιό ἀνέξοδο. Τό νά πλη­ρώ­σεις τά φάρ­μα­κα καί τόν για­τρό γιά νά γί­νει ὁ ἄλ­λος κα­λά, εἶναι πο­λύ ὡ­ραῖ­ο· ἀλλά δέν μπο­ροῦν ὅ­μως ὅ­λοι νά πλη­ρώ­σουν. Ἀναφέ­ρει ὡς παράπονο κάτι πολύ ἁπλό: «Δέν μέ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε, δέν ἤρ­θα­τε νά μέ δεῖ­τε». Τό νά δώ­σεις καί χρή­μα­τα, θά εἶναι βέβαια ἀ­κό­μα πιό πολύ.
Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ὡς ἐκδήλωση, κα­λύ­πτει ὅ­λο τό φά­σμα, ἀ­πό τήν πρά­ξη καί τόν λό­γο ὡς τή δι­ά­θε­ση. Μπο­ρεῖ νά μήν ἔ­χεις νά δώ­σεις τί­πο­τε, ἀλ­λά στήν καρδιά σου νά ἔ­χεις τή δι­ά­θε­ση νά δώ­σεις.
Καί πάνω ἀπό ὅλα εἶ­ναι ἡ φρον­τί­δα γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν. Νά ἀ­παλ­λά­ξεις τόν ἄλ­λον ἀ­πό τή θα­να­τη­φό­ρα ἄ­γνοι­α, νά τοῦ ὑ­πο­δεί­ξεις πῶς νά κρα­τᾶ καί πῶς νά με­λε­τά­ει τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Νά ″ἐ­πι­στρέ­ψεις ″ αἱ­ρε­τι­κό, ὅ­πως λέ­ει ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη, «ἐκ πλά­νης ὁ­δοῦ αὐ­τοῦ»[4], αὐτόν πού ἀμ­φι­βάλ­λει στήν πί­στη νά τόν στε­ρε­ώ­σεις, τόν ἄ­σω­το ἄν­θρω­πο νά τόν γυρίσεις πίσω στόν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ, νά πεῖς δυ­ό λό­για ἀ­γά­πης καί οἰ­κο­δο­μῆς. Λέ­ει μά­λι­στα ἐκεῖ ἡ Σο­φί­α Σει­ράχ : «οὐ­χὶ καύ­σω­να ἀ­να­παύ­σει δρό­σος; οὕ­τως κρείσ­σων λό­γος ἢ δό­σις. οὐκ ἰ­δοὺ λό­γος ὑ­πὲρ δό­μα ἀ­γα­θόν; καὶ ἀμ­φό­τε­ρα πα­ρὰ ἀν­δρὶ κε­χα­ρι­τω­μέ­νῳ»[5]. Μήπως τόν καύ­σω­να δέν τόν ἀ­νακουφίζει ἡ δρο­σιά ; Ἔ­τσι, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νά πεῖς ἕ­ναν κα­λό λό­γο, πα­ρά νά δώ­σεις κά­τι. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο πού λέ­ει καί ὁ λα­ός μας, ″ὁ λό­γος σου εἶ­ναι χόρ­τα­ση καί τό ψω­μί σου φά ’­το ″. Ὁ κα­λός λό­γος δέν εἶ­ναι πιό ἀ­γα­θός ἀ­πό τό νά δώ­σεις κά­τι; Καί τά δύο ὅμως, καί ὁ λό­γος καί τό δῶρο, συνυπάρχουν στόν ἄν­θρωπο πού εἶ­ναι χα­ρι­τω­μέ­νος.
Τέ­λος, ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι ἀ­κό­μη τό νά συγ­χω­ροῦ­με ἐ­κεί­νους πού μᾶς ἔ­φται­ξαν. Μοιά­ζει πα­ρά­ξε­νο, για­τί ὅταν τό κάνουμε αὐτό ″ποι­οῦ­μεν ἔ­λε­ος με­τά τοῦ πλη­σί­ον ″, ἐλεοῦμε τόν διπλανό μας.
Θυ­μη­θεῖ­τε τήν πα­ρα­βο­λή τοῦ χρε­ώ­στου δού­λου. «Δοῦ­λε πο­νη­ρέ, οὐκ ἔ­δει καὶ σὲ ἐ­λε­ῆ­σαι τὸν συν­δου­λόν σου, ὡς καὶ ἐ­γώ σε ἠ­λέ­η­σα;»[6]. Δοῦλε πονη­ρέ, δέν ἔ­πρε­πε κι ἐ­σύ νά ἐλεήσεις , νά φα­νεῖς φι­λεύ­σπλα­χνος στόν σύνδουλό σου, ὅπως σέ ἐλέησα κι ἐγώ; Ὁ κύ­ριος χά­ρι­σε τά μύ­ρια τά­λα­ντα στόν δοῦλο του, πού τοῦ τά χρωστοῦσε, ἀλλά ἐκεῖνος δέν χάρισε τό χρέος στόν δικό του χρεώστη, πού μάλιστα χρωστοῦσε καί πολύ λιγότερα. Ἡ ὀφειλή τοῦ ἑνός ἦταν ἑ­κα­τό δη­νά­ρια –δύ­ο χρυ­σές λί­ρες– καί τοῦ ἄλλου μύ­ρια τά­λα­ντα –δύ­ο ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τε­τρα­κό­σι­ες χι­λιά­δες χρυ­σές λί­ρες Ἀγ­γλί­ας! Δέν μπο­ροῦ­σε νά φα­νεῖ κι αὐτός ἐ­λε­ή­μων καί φι­λάν­θρω­πος; Καλά, ἄς μή χα­ρί­σει· ἀλ­λά του­λάχι­στον νά πε­ρι­μέ­νει νά τοῦ δώ­σει πί­σω τό πο­σόν ὁ ὀφει­λέτης του!
Ἀλ­λά τώ­ρα ἔρ­χε­ται καί ἡ ἀ­μοι­βή τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Οἱ ἐλεήμονες «αὐ­τοὶ ἐ­λε­η­θή­σον­ται», αὐ­τοί θά ἐ­λε­η­θοῦν.
Σχο­λιά­ζει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος καί λέει: «Αὐ­τοὶ μὲν ἐ­λε­οῦ­σι ὡς ἄν­θρω­ποι, ἐ­λε­οῦν­ται δὲ πα­ρὰ τοῦ Θε­οῦ. Οὐκ ἔ­στιν δὲ ἴ­σος ἀ­θρώ­πι­νος ἔ­λε­ος καὶ θεῖ­ος»[7]. Δηλαδή: Αὐτοί ἐ­λε­οῦν τόν ἄλ­λον ὡς ἄνθρωποι, ἐ­λεοῦνται ὅμως ἀπό τόν Θε­ό. Ἀλ­λά τό ἔ­λε­ος πού δεί­χνει ὁ Θε­ός σ’  αὐτούς εἶ­ναι ἀ­σύγ­κρι­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό τό ἔ­λε­ος πού δεί­χνουν ἐκεῖνοι.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πα­ρο­μοιά­ζει τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη μέ σπο­ρά: «Ὁ σπεί­ρων φει­δο­μέ­νως φει­δο­μέ­νως καὶ θε­ρί­σει, καὶ ὁ σπεί­ρων ἐ­π’  εὐ­λο­γί­αις ἐ­π’  εὐ­λο­γί­αις καὶ θε­ρί­σει»· αὐ­τός πού σπέρ­νει τσιγ­γού­νι­κα , θά θε­ρί­σει καί τσιγ­γού­νι­κα· καί «δυ­να­τὸς δὲ ὁ Θε­ὸς πᾶ­σαν χά­ριν πε­ρισ­σεῦ­σαι εἰς ὑ­μᾶς , ἵ­να ἐν παν­τὶ πάν­το­τε πᾶ­σαν αὐ­τάρ­κειαν ἔ­χον­τες πε­ρισ­σεύ­η­τε εἰς πᾶν ἔρ­γον ἀ­γα­θόν».[8] Ἔδω­σες πλου­σι­ο­πά­ρο­χα; πλου­σι­ο­πά­ρο­χα καί θά εὐ­λο­γη­θεῖς. Μ’ αὐ­τό τό πα­ρά­δειγ­μα ἀ­να­φέ­ρε­ται βέ­βαι­α στά ὑ­λι­κά πράγ­μα­τα, ὅπου κι ἐκεῖ ὑ­πάρ­χει θεί­α εὐ­λο­γί­α.
Ἄς θυ­μη­θοῦ­με ἀ­κό­μη τόν Ἀ­βρα­άμ,[9] καθώς καί τή χή­ρα μέ τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, πού ἀ­πό ἐκεῖ­νο τό λί­γο ψω­μά­κι πού εἶχε, ἔ­δω­σε καί στόν Προ­φή­τη.[10] Ἄς θυ­μη­θοῦ­με καί τή Δορ­κά­δα, ἐ­κεί­νη τή θαυ­μά­σι­α γυ­ναί­κα, πού ἦ­ταν τό στή­ριγ­μα τῶν φτω­χῶν ἀν­θρώ­πων.[11] Ἄς θυ­μη­θοῦ­με ἐπίσης τόν Κορ­νή­λιο, πού τοῦ εἶ­πε ὁ ἄγ­γε­λος ὅ­τι ὄ­χι μό­νο οἱ προ­σευ­χές του, ἀλ­λά καί οἱ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες του ἔφθα­σαν στόν Οὐ­ρα­νό.[12]
Ὅ­πως λέ­ει τό βι­βλί­ο τῶν Πα­ροι­μι­ῶν, «ὃς δίδω­σι πτω­χοῖς , οὐκ ἐν­δε­η­θή­σε­ται»[13], ὅ­ποι­ος δί­νει στούς φτω­χούς –κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε τρό­πο φτω­χοί, ἀκό­μα νά εἶ­ναι φτω­χοί κι ἀ­πό γνώ­ση– αὐ­τός δέν θά μεί­νει πο­τέ φτω­χός.
Ἀλ­λά ἡ ἀ­μοι­βή ὑ­πάρ­χει κυ­ρί­ως στά πνευ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ, πού σκεπάζει καί μι­κρούς καί με­γά­λους, τό ὁποῖο ἐπικαλούμαστε συνεχῶς μέ ἐκεῖ­νο τό Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον, καί πού εἶ­ναι ἀπερίγραπτο!
Λοι­πόν, καί σή­με­ρα μπο­ροῦ­με νά συ­ναν­τή­σου­με στόν δρό­μο τῆς ζω­ῆς μας τόν φτω­χό Λά­ζα­ρο τῆς πα­ρα­βο­λῆς, τή χή­ρα τῆς Να­ΐν, τόν ὑ­βρι­στή μας, τόν ἐ­χθρό μας... καί νά δώ­σου­με ἔ­λε­ος. Ἄς δεί­ξου­με λοι­πόν σέ ὅλους αὐ­τούς τό ἔ­λε­ός μας. Ὅ­λοι αὐ­τοί μᾶς δί­νουν τήν εὐ­και­ρί­α νά φα­νοῦ­με ποι­κι­λό­τρο­πα ἐ­λε­ή­μο­νες. Καί τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ θά ἔλ­θει σ’ ἐ­μᾶς ὡς ἀ­μοι­βή, καί θά ἀκού­σου­με κατά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως τό «Δεῦ­τε οἱ εὐλο­γη­μέ­νοι τοῦ πα­τρός μου , κλη­ρο­νο­μή­σα­τε τὴν ἡτοι­μα­σμέ­νην ὑ­μῖν βα­σι­λεί­αν»[14]!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 1995

(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.



[1]. Α΄ Ἰ­ω­άν. 3, 18.
[2]. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία ΙΕ΄, γ΄, MPG 57, 227, 45-47.
[3]. Πράξ. 3, 6.
[4]. Ἰ­άκ. 5, 20.
[5]. Σ. Σειρ. 18, 16-17
[6]. Ματθ. 28, 32-33.
[7]. Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία ιε΄, δ΄, MPG57, 227, 52-53.
[8]. Β΄ Κορ. 9, 6-8.
[9]. Βλ. Ἑβρ. 13, 1-2.
[10]. Βλ. Γ΄ Βασ. 17, 8-16.
[11]. Βλ. Πράξ. 9, 36-41.
[12]. Βλ. Πράξ. 10, 1-4.
[13]. Πα­ρ. 28, 27.
[14]. Ματθ. 25, 34.
 http://ift.tt/1S8606n


Πηγή
Μοιραστείτε το στο Google Plus

1ki1 news - ΕΝΑ ΚΙ ΕΝΑ Εκκλησία

Το 1ki1 News Group είναι πολυσυλλεκτικός διαδικτυακός τόπος που ανανεώνεται συνεχώς, όλο το 24ώρο, όλο τον χρόνο.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου



ΜΕΡΙΚΑ ΜΟΝΟ (από τα πρώτα)... ΜΙΚΡΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΖΩΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΚΑΘΙΕΡΩΣΑΝ ΤΟ 1ki1 news ΣΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.

ΣΗΜΕΡΑ Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ 1ki1 news group MMS (modern media services) ME 1 ΚΕΝΤΡΙΚΟ SITE ΚΑΙ 100 "ΙΔΙΟΚΤΗΤΑ" BLOGS ΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΚΑΙ ΣΤΙΣ 13 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ!

ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΚΤΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ 1ki1 news ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ 1ki1 news ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ (ή όποιο άλλο όνομα της κάθε περιφέρειας).

ΠΙΛΟΤΙΚΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ 1ki1 news ΑΓΡΙΝΙΟ ΠΟΥ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 400 ΑΚΟΜΑ BLOGS ΩΣΤΕ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΕ ΔΗΜΟΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ 1ki1 news!

ΗΔΗ ΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ ΕΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ PROJECT ΠΑΡΑ... ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΜΕ ΤΗΝ GOOGLE ΟΣΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΕΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ BLOGGERS.

1ki1 News Group Video